Τετάρτη, 08 Μαΐου 2019

Ο Εθνικισμός στην Τέχνη - 2ος κύκλος [#94]

Ο γυρισμός

           

Στ' Όσιου Λουκά το μοναστήρι, απ' όσες

γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν

τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι όσες

μοιρολογήτρες ώσμε του Μεγάλου

Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,

ποια να στοχάστη -έτσι γλυκά θρηνούσαν!-

πως, κάτου απ' τους ανθούς, τ' ολόαχνο σμάλτο

του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα

που πόνεσε βαθιά;

Γιατί κι ο πόνος

στα ρόδα μέσα, κι ο Επιτάφιος Θρήνος,

 

κι οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν

απ' του ναού τη θύρα, αναφτερώναν

το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,

και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες

τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,

τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια

που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!

 

Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,

την ώρα π' απ' την Άγια Πύλη το ένα

κερί επροσάναψε όλα τ' άλλα ως κάτου,

 

κι απ' τ' Άγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη

το φως ώσμε την ξώπορτα, όλοι κι όλες

ανατριχιάξαν π' άκουσαν στη μέση

απ' τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια

φωνή να σκούξει: «Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!»

 

Και να·ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,

των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης

που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο

 

στον πόλεμο·και στέκονταν ολόρτος

στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι

 

ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα

της εκκλησιάς, τι τον κοιτάζαν όλοι

με τα κεριά στο χέρι, τον κοιτάζαν,

το χορευτή που τράνταζε τ' αλώνι

του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,

που ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι

της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

 

Και τότε - μάρτυράς μου να 'ναι ο στίχος,

ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος -

απ' το στασίδι που 'μουνα στημένος

 

ξαντίκρισα τη μάνα, απ' το κεφάλι

πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει

σκυφτή και ν' αγκαλιάσει το ποδάρι,

το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,

-έτσι όπως το είδα ο στίχος μου το γράφει,

ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,

και να σύρει απ' τα βάθη της καρδιάς της

ένα σκούξιμο: «Μάτια μου... Βαγγέλη!»

 

Κι ακόμα - μάρτυράς μου να 'ναι ο στίχος,

ο απλός κι αληθινός ετούτος στίχος-,

 

ξοπίσωθέ της, όσες μαζεύτηκαν

από το βράδυ της Μεγάλης Πέφτης,

νανουριστά, θαμπά για να θρηνήσουν

τον πεθαμένον Άδωνη, κρυμμένο

μες στα λουλούδια, τώρα να ξεσπάσουν

μαζί την αξεθύμαστη του τρόμου

κραυγή που, ως στο στασίδι μου κρατιόμουν,

ένας πέπλος μού σκέπασε τα μάτια!...

 

Το ποίημα «Στου Οσίου Λουκά το μοναστήρι» γράφτηκε από τον Άγγελο Σικελιανό, με αφορμή τον γυρισμό ενός στρατιώτη, που όλοι θεωρούσαν ως πεθαμένο, στο σπίτι του. Σε αυτό το έργο, ο ποιητής συγχέει την ανάσταση του Χριστού, του νέου Άδωνη των Ελλήνων, με την ανάσταση ενός απλού –αλλά τόσο σημαντικού-στρατιώτη. Όπου ανάσταση είναι ο γυρισμός στην πατρίδα, στην οικεία γη του ήρωα.

Ομοίως και ο συγκεκριμένος πίνακας του Γερμανού ζωγράφου Hans Adolf Buhler, με τον τίτλο «Homecoming»απεικονίζει τον γυρισμό ενός στρατιώτη στα πάτρια εδάφη. Ο γυρισμός έχει την έννοια του «νόστου», όπως όλοι είχαμε διαβάσει σαν έφηβοι στην Οδύσσεια, με έναν πολυμήχανο ήρωα, ο οποίος με το πέρας του πολέμου κάνει τα πάντα για να επιστρέψει στην γλυκιά Πατρίδα, που είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα κομμάτι γης. Είναι οι άνθρωποι, η γυναίκα και ο γιος του, οι πρόγονοί του και το βασίλειό του. Είναι οι Θεοί και η πίστη του.

Η Λαμπρή, λοιπόν, με το θαύμα της Ανάστασης δηλώνει την αιώνια επιστροφή, την επιστροφή του στρατιώτη μετά από περιπέτειες στην γλυκιά Πατρίδα.

 

 

Αρχείο

Επισκέπτες Συνδεδεμένοι

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 62 επισκέπτες

Επικοινωνία

Φόρμα Επικοινωνίας

email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.